Υδροκέφαλος: Ο εγκέφαλος και ο νωτιαίος μυελός είναι όργανα, τα οποία ουσιαστικά “κολυμπούν” σε ένα διαυγές υγρό που ονομάζεται εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ) και δρα προστατευτικά απορροφώντας τους κραδασμούς των οργάνων αυτών, ενώ παράλληλα μεταφέρει θρεπτικές ουσίες στον εγκέφαλο, απομακρύνει προϊόντα του μεταβολισμού του και συμμετέχει στη ρύθμιση της ενδοκράνιας πίεσης κυκλοφορώντας μεταξύ κρανίου και σπονδυλικής στήλης.
Εντός του εγκεφάλου υπάρχει το κοιλιακό σύστημα, ένα σύστημα δηλαδή δεξαμενών ΕΝΥ που ονομάζονται κοιλίες του εγκεφάλου. Οι κοιλίες επικοινωνούν μεταξύ τους καθώς και με τον υπαραχνοειδή χώρο, έναν σχισμοειδή δηλαδή χώρο που περιβάλλει τον εγκέφαλο και το νωτιαίο μυελό και περιέχει επίσης ΕΝΥ.
Στους χώρους αυτούς κυκλοφορούν συνολικά περίπου 150 cc ΕΝΥ, τα οποία ανακυκλώνονται σχεδόν 3 φορές ημερησίως.

Κοιλιακό σύστημα εγκεφάλου
Αν για κάποιο λόγο διαταραχτεί η ισορροπία παραγωγής και απορρόφησης ΕΝΥ ή της κυκλοφορίας αυτού, προκύπτει μια κατάσταση που ονομάζεται υδροκέφαλος, και χαρακτηρίζεται ουσιαστικά από μια άθροιση περίσσειας ΕΝΥ στο κοιλιακό σύστημα με αποτέλεσμα τη σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό αύξηση της ενδοκράνιας πίεσης.
Στον αποφρακτικό υδροκέφαλο κάποια παθολογική κατάσταση (όπως όγκος, αιμορραγία ή φλεγμονή) προκαλεί σε κάποιο σημείο απόφραξη των χώρων κυκλοφορίας του ΕΝΥ και άρα παρακώλυση της ροής του.
λινικά αυτό εκδηλώνεται με πονοκέφαλο, ναυτία, εμέτους και διαταραχές οράσεως, συμπτώματα που υποδηλώνουν αύξηση της ενδοκράνιας πίεσης, ενώ μπορούν να εμφανιστούν ακόμα και ταχέως και να εξελιχτούν σε υπνηλία, λήθαργο ή και κώμα.
Σε παιδιά μικρής ηλικίας στα οποία δεν έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία σύγκλεισης του κρανίου ο υδροκέφαλος μπορεί να οδηγήσει σε δυσανάλογη αύξηση της διαμέτρου της κεφαλής καθώς και σε διάταση της πρόσθιας πηγής.
Στους ηλικιωμένους ασθενείς συχνότερη μορφή της πάθησης αποτελεί ο χρόνιος υδροκέφαλος, ο οποίος οφείλεται σε μια προοδευτική εκφύλιση των δομών απορρόφησης του ΕΝΥ.
Στην περίπτωση αυτή ο ασθενής δε διατρέχει κίνδυνο για τη ζωή του αλλά επιδεινώνονται σταδιακά κάποιες νευρολογικές του λειτουργίες.
Χαρακτηριστική κλινική εικόνα συνιστούν η αστάθεια βάδισης (περπάτημα με ευρεία βάση και μικρά βήματα), η διαταραχή μνήμης και συμπεριφοράς καθώς και η ακράτεια ούρων.
Βασικά απεικονιστικά εργαλεία για τη διάγνωση του υδροκεφάλου αποτελούν η αξονική αλλά και η μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου, όπου απεικονίζεται η διάταση του κοιλιακού συστήματος καθώς και η διαβροχή του περιβάλλοντος εγκεφαλικού παρεγχύματος από το ΕΝΥ (περικοιλιακή διαβροχή), το οποίο λόγω πίεσης διαχέεται από το κοιλιακό σύστημα προς τον εγκέφαλο.
Αξονική τομογραφία εγκεφάλου που απεικονίζει φυσιολογικό κοιλιακό σύστημα (αριστερή εικόνα) σε σύγκριση με διατεταμένο κοιλιακό σύστημα σε υδροκέφαλο (δεξιά εικόνα)
Μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου που απεικονίζει υδροκέφαλο (η λευκή άλως γύρω από τις κοιλίες του εγκεφάλου αντιστοιχεί σε περικοιλιακή διαβροχή)
Αρχική προσέγγιση στην αντιμετώπιση του υδροκεφάλου αποτελεί η άρση του αιτίου παρακώλυσης της κυκλοφορίας του ΕΝΥ (όπως η αφαίρεση ενός όγκου που προκαλεί πίεση στο κοιλιακό σύστημα).
Αν δεν εντοπίζεται τέτοιο αίτιο ή αν η αντιμετώπισή του δεν είναι εφικτή, τότε συνηθέστερη μέθοδος χειρουργικής αντιμετώπισης του υδροκεφάλου είναι η τοποθέτηση συστήματος κοιλιοπεριτοναϊκής παροχέτευσης ΕΝΥ.
Υπό πολύ συγκεκριμένες ενδείξεις μπορεί να εφαρμοστεί σε ορισμένες μόνο περιπτώσεις υδροκεφάλου η 3η κοιλιοστομία, μια ενδοσκοπική ελάχιστα επεμβατική μέθοδος “εσωτερικής διάνοιξης” του κοιλιακού συστήματος.
Στον οξύ αποφρακτικό υδροκέφαλο, όπου απαιτείται άμεση ταχεία αποσυμπίεση του κοιλιακού συστήματος ώστε να εκτονωθεί η ενδοκράνια πίεση, τοποθετείται μια εξωτερική παροχέτευση ΕΝΥ.